Μύθος: Τα παιδιά είναι σαν "σφουγγάρια" και μαθαίνουν αμέσως μία γλώσσα όταν την ακούσουν

 

Το να γίνει  κάποιος δίγλωσσος δεν είναι μια διαδικασία που γίνεται αυτόματα επειδή εκτίθεται ένα παδί σε μία γλωσσα. Η ανάγκη χρήσης της είναι αυτή που παίζει τον καθοριστικό ρόλο.  Η κατάκτηση της διγλωσσίας, προυποθέτει αφοσίωση και  συχνή χρήση της γλώσσας.

Μύθος: Η διγλωσσία είναι μία "γοητευτική" για τους άλλους εξαίρεση.

 

Η διγλωσσία δεν είναι η εξαίρεση! Αυτό συμβαίνει σε μονόγλωσσες χώρες, όπως στην Ελλάδα. Πάνω από το μισό πληθυσμό του πλανήτη χρησιμοποιεί στην χώρα του ταυτόχρονα 2 ή 3 γλώσσες στην καθημερινότητα του. Σκεφτείτε την περίπτωση της Ελβετίας, του Βελγίου κτλ.  

Μύθος: Η διγλωσσία καθυστερεί την ομιλία ή συνδέεται με δυσλεξία 

 

 Αυτός είναι ένας μύθος ο οποίος προωθήθηκε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, όταν οι μελέτες για τα δίγλωσσα παιδιά περιορίζονταν σε πληθυσμούς από μετανάστες στην Αμερική, όπου τα παιδιά είχαν ελειπή εκπαίδευση και ζούσαν υπό έντονες στρεσογόνες συνθήκες. Νεότερες έρευνες έχουν αποδείξει οτι η διγλωσσία, εφόσον γίνεται μέσα σε ένα ισορποπημένο οικογενειακό και εκπαιδευτικό περιβάλλον, όχι μόνο δεν καθυστερεί την ανάπτυξη της ομιλίας, αλλά δίνει προβάδισμα στην ανάπτυξη του εγκέφαλου σε επίπεδο γνωστικό και μεταγνωστικό. Σχετικά με την δυσλεξία, στατιστικές μελέτες δείχνουν οτι το ποσοστό δυσλεξίας ανάμεσα σε μονογλωσσικούς και διγλωσσικούς πολιτισμούς είναι το ίδιο. 

 

Μύθος: Αν οι γονείς θέλουν τα παιδιά να γίνουν δίγλωσσα θα πρέπει να ακολουθήσουν τη μέθοδο "κάθε γονιός μία γλώσσα"

 

Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλοί τρόποι να γίνει ένα παιδί δίγλωσσο. Για παράδειγμα, ένας γονιός τη μία γλώσσα, ο άλλος την άλλη. Άλλη γλώσσα μέσα στο σπίτι , άλλη γλώσσα εκτός σπιτιού. Άλλη η γλώσσα μεταξύ της οικογένειας, άλλη στο σχολείο κτλ. Αυτό που έχει σημασία είναι Η ΑΝΑΓΚΗ να χρησιμοποιήσει το παιδί τη γλώσσα, η οποία κατά βάση δημιουργείται ασυνείδητα. Εδώ είναι που η μέθοδος "κάθε γονιός μία γλώσσα" συχνά αποτυγχάνει, καθώς το παιδί σταδιακά νοιώθει οτι η μία γλώσσα ( η πιο αδύναμη) , στην πραγματικότητα δεν του είναι απαραίτητη. Για παράδειγμα αν στο σπίτι μιλάει Αγγλικά και Ελληνικά , και ζει στην Ελλάδα πηγαίνοντας σε Ελληνικό σχολείο, το πιο πιθανό είναι να γίνει αυτό που λέγεται " παθητικός δίγλωσσος" όπου θα καταλάβανει και τις δύο γλώσσες αλλά θα χρησιμοποιεί την ισχυρότερη. Οπότε προκειμένου ένα παιδί να γίνει ενεργητικά δίγλωσσο πρέπει να υπάρχει ανάγκη για αυτό να χρησιμοποιεί τις διαφορετικές γλώσσες.



Μύθος: Τα δίγλωσσα παιδιά μπερδεύουν τις γλώσσες

Τα παιδιά μαθαίνουν πότε τους επιτρέπει η γλωσσική ικανότητα του συνομιλητή να χρησιμοποιήσουν και τις δύο γλωσσες ταυτόχρονα και πότε πρέπει να χρησιμοποιούν μόνο τη μία. Αυτό συμβάνει και στους δίγλωσσους ενήλικες, καθώς κάποιες εκφράσεις και νοήματα είναι πιο κατάλληλα στην μία γλώσσα σε σχέση με την άλλη, Όταν συναναστρέφονται με μονόγλωσσους ανθρώπους πχ. η γιαγιά στο σπίτι που μιλάει μόνο Ελληνικά τότε η σκέψη και η γλώσσα τους προσαρμόζεται γρήγορα στην χρήση μόνο της μία γλώσσας. 




1. François Grosjean's new book Bilingual: Life and Reality (Harvard University Press, 2010) 

2. A short text, "What parents want to know about bilingualism", by François Grosjean 

3. An interview of François Grosjean on bilingualism